ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ του Αντώνιου Β. Καπετάνιου.


(με αφορμή την καταστροφική πυρκαγιά του Αυγούστου του 2009 στην Ανατολική Αττική)

Του Αντώνη Β. Καπετάνιου, Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

Το «αυστηρό» (!) Σύνταγμα του 1975 (στο άρθρο 24) απαγόρεψε τη μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος (οι οποίοι –κατά τη συνταγματική επιταγή– προσδιορίζονται στη δασική νομοθεσία). Στους λόγους αυτούς δεν είναι οπωσδήποτε η οικοπεδοποίηση και δόμηση των δασών. Μάλιστα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι, ούτε ως χώροι πρασίνου μπορούν να ενταχθούν σε σχέδια πόλεων δάση ή δασικές εκτάσεις –δηλαδή διαχειρίζονται και προστατεύονται ελεύθερα ως φυσικά αγαθά, τα οποία απολαμβάνονται από τον κάθε Έλληνα πολίτη. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 άρθρου 5 του δασικού νόμου 998/1979, η άσκηση αρμοδιοτήτων άλλων υπηρεσιών δεν μπορεί να ενεργείται θίγοντα τα, υπό τη διαχείριση ή την επίβλεψη του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δάση και δασικές εκτάσεις.

Η παραπάνω εισαγωγή είχε σκοπό να δείξει πολύ γενικά το πλαίσιο των αρχών και κανόνων αυστηρής προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας, όπως προκύπτει από το Σύνταγμα και τη δασική νομοθεσία, αποσκοπώντας να καταδειχθεί τούτο: ότι τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν οικοπεδοποιούνται, ούτε οικοδομούνται, και ότι η μόνη δημόσια Αρχή για τη διαχείριση και την προστασία τους, είναι η Δασική.

Στην πράξη όμως, τα πράματα είναι διαφορετικά. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις «περιέργως» μετατρέπονται σε οικόπεδα και σπίτια, ενώ πολλοί «τρίτοι» συμβάλλουν σε επικύρωση και –εντέλει– νομιμοποίηση της ανώμαλης κατάστασης. Μιας κατάστασης που –εμμέσως πλην σαφώς– συνιστά την παθογένεια και κακοπάθεια της ελληνικής κοινωνίας, η οποία οδηγεί στον εκφυλισμό και την αποσύνθεσή της. Χωρίς ποιότητα και χωρίς προσανατολισμό, χωρίς να διαφυλάττει τις αρχές και τις αξίες της, η (κάθε) κοινωνία είναι έρμη των παθών της, καταδικασμένη στον αργό βασανιστικό θάνατο του μηδενισμού της.

Η δόμηση στις δασικού χαρακτήρα εκτάσεις, όπως προείπαμε, απαγορεύεται. Κάθε επιχειρούμενη αλλοίωση της μορφής των δασικού χαρακτήρα εκτάσεων (με εκχέρσωση ή φωτιά), για να μπορούν στη συνέχεια ν’ αλλάξουν χρήση, είναι ενέργεια αυθαίρετη και (κανονικά) τιμωρείται. Η κήρυξη της έκτασης ως αναδασωτέας, κατοχυρώνει όμως την προστασία της; Η διαμόρφωση σε πολλές περιπτώσεις τετελεσμένων καταστάσεων (με τη δημιουργία οικιών, οικισμών, κτημάτων, οικοπέδων κ.ά.), δημιουργεί προσδοκίες «τακτοποίησης» στο μέλλον και διαμορφώνει στη συνείδηση των οικιστών (και του κόσμου γενικότερα) την εικόνα του μόνιμου, του βέβαιου και μη δυνάμενου ν’ αλλάξει, συνεπώς του μελλοντικά τακτοποιήσιμου. Σε τούτο προσβλέπουν οι εμπρηστές και οι καταπατητές των δασών και δασικών εκτάσεων με τις ενέργειές τους.

Βέβαια, καμία άλλη νομοθεσία (π.χ. πολεοδομική) δε μπορεί να υποκαταστήσει τη δασική στη διαχείριση και προστασία του δασικού χώρου, ούτε να εισάγει ρυθμίσεις «τακτοποίησης» σε αυτόν (σχετική η διάταξη της δασικής νομοθεσίας που αναφέρθηκε στην παρούσα εισαγωγή). Υπήρξαν μάλιστα περιπτώσεις που όταν κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε, κρίθηκαν ως ανίσχυρες και ακυρώθηκαν οι σχετικές πράξεις από το ΣτΕ (ακυρώθηκαν οικοδομικές άδειες, ακυρώθηκαν αποφάσεις πολοεδόμησης περιοχών κ.ά.) Όμως, παρόλα αυτά, βλέπουμε η δόμηση να επελαύνει στα δάση και τις δασικές εκτάσεις της χώρας, με κύρωση σχεδίων, με άδειες δόμησης, με νόμιμες παροχές νερού και ρεύματος... Τις πταίει; 

Με την πριν από το Σύνταγμα του 1975 κατάσταση, δινόταν η δυνατότητα στους Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς να οικοδομήσουν σε δάση και δασικές εκτάσεις, με άδεια του Υπουργού Γεωργίας (βέβαια, προπολεμικά αποδόθηκαν πολλές δασικού χαρακτήρα εκτάσεις για οικιστική-γεωργική-κτηνοτροφική αποκατάσταση αστέγων, ακτημόνων κ.λπ., καθώς και προσφύγων του ’22). Αυτοί οι οικισμοί (που δημιουργήθηκαν κυρίως σε πευκοδάση) απέτυχαν κατά το πλείστον στην αποστολή τους, αφού τα πευκοδάση στα οποία αναπτύχθηκαν, κάηκαν λόγω του εύφλεκτου χαρακτήρα τους. Η επιδίωξη συνεπώς, της δημιουργίας «υγιεινών, ποιοτικών οικισμών» σε πευκοδάση (κυρίως), δεν επιτεύχθηκε, αφού τα δάση αυτά, ως έχοντα από τη φύση τους προορισμό να καίγονται και ν’ αναγεννιόνται (στα πλαίσια της φυσικής οικολογικής τους διαχείρισης), ακολούθησαν ότι η φύση τους επέβαλλε. Το αίτιο της φωτιάς (το κάψιμο των κλαδιών στην αυλή του σπιτιού, ο σπινθήρας, το αναμμένο τσιγάρο, ο κεραυνός κ.ά.) ήταν αυτό περίμενε το ώριμο πευκοδάσος για την εκκίνηση του μηχανισμού φυσικής διαχείρισής του, αφού τούτο ξέρει: να καίγεται και ν’ αναγεννάται.

Καταλήγουμε συνεπώς ότι, η ύπαρξη οικισμών στα μεσογειακά πευκοδάση της χαμηλής ζώνης δεν είναι θεμιτή, καθότι ασύμβατη με την οικολογική λειτουργία τους. Είναι πρόδηλο ότι η ύπαρξή τους εμποδίζει τη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων και τα υποβαθμίζει. Ο άνθρωπος εν προκειμένω δεν συνεισφέρει με τον τρόπο που λειτουργεί, αποτελώντας μάλιστα παράγοντα αποσταθεροποίησης, αλλά και καταστροφής!.. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν «αφαιρεί» καύσιμα από το δάσος (καυσόξυλα, ρητίνη, ξερά και κατακείμενα δένδρα κ.ά.), δεν το «καθαρίζει». Αντίθετα, το «φορτώνει» με επιπλέον εύφλεκτα υλικά που προκύπτουν από τη δραστηριότητά του σε αυτό ως οικιστής. Ο άνθρωπος αυτός, δε μπορεί να καταστεί λειτουργός, χορηγός, δημιουργός, δεν το μπορεί γιατί είναι αποστασιοποιημένος από τα γύρα του, από τα φυσικά του κόσμου του, βρίσκεται μακριά από τη λογική της διαχείρισης της υπαίθρου που παλαιότερα εξασφάλιζε την ισορροπία και τη συνέχεια. 

Πρέπει στα παραπάνω να επισημανθεί και το γεγονός ότι, η δέσμευση δασών και δασικών εκτάσεων για οικιστική χρήση, καθιστά την απόλαυσή τους απαγορευτική για τον κάθε Έλληνα πολίτη, έτσι που το φυσικό αγαθό ν’ απολαμβάνεται από μερίδα μόνον «εκλεκτών». Το Σύνταγμα του ’75 διέβλεψε το συγκεκριμένο πρόβλημα και απαγόρευσε τη δόμηση των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας, για να λειτουργούν ως φυσικά οικοσυστήματα και ν’ απολαμβάνουν τις προσφορές τους όλοι.

Επιπλέον, οι οικισμοί επί δασών δημιουργούν το εξής πρόβλημα, το οποίο καταφάνηκε κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου του 2009 στην Ανατολική Αττική: αλλάζουν τον επιχειρησιακό σχεδιασμό κατά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, αφού όλα τα μέτρα κατατείνουν στην προστασία τους, ενώ το δάσος αφίεται να καίγεται σχεδόν ανεξέλεγκτα. Τούτο έχει ως συνέπεια η φωτιά καλπάζοντας να φτάνει σε νέο οικισμό (ευρισκόμενο μέσα ή έξω από δάσος) ή σε κτήματα, οπότε νέα σημεία κρίσης δημιουργούνται και μεγεθύνεται το πρόβλημα. Αυτό συμβαίνει λόγω ακριβώς της εσφαλμένης αξιολόγησης της δυναμικής της φωτιάς και των τακτικών που εφαρμόζονται, κάτι που κατά μεγάλο βαθμό οφείλεται στην ύπαρξη οικισμών και οικιών μέσα στα δάση. Κρίσιμο επίσης στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι οικισμοί δεν «αυτοπροστατεύονται», με την ανάπτυξη αντιπυρικών ζωνών γύρωθέν τους, με τη δημιουργία συστήματος κρουνών με σωστή διασπορά τους, με τον καθαρισμό των αυλών, των οικοπέδων και των χωραφιών, με την ανάπτυξη περιπόλων και ομάδων πυρόσβεσης κ.ά. Τούτο στρέφει την πολιτεία στην προστασία τους μ’ αποτέλεσμα να «χάνεται το δάσος». 
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ
http://www.ecocrete.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=6251&Itemid=82
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΑΣ 
http://www.skai.gr/mobile/article?aid=321545
   

Σχόλια